Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας άντρας και μία γυναίκα που ήθελαν πολύ να αποκτήσουν ένα παιδί. Mετά από πολύ καιρό, η γυναίκα επιτέλους περίμενε να φέρει στον κόσμο ένα μωράκι. Στο πίσω μέρος του σπιτιού τους υπήρχε ένα μικρό παράθυρο το οποίο έβλεπε σε έναν καταπληκτικό κήπο, ο οποίος ήταν φυτεμένος με τα ωραιότερα φυτά και λουλούδια. Γύρω - γύρω όμως ήταν περιφραγμένος με έναν ψηλό τοίχο και έτσι κανείς δεν τολμούσε να μπει μέσα καθώς άνηκε σε μια φοβερή μάγισσα. Μια μέρα η γυναίκα κοιτούσε από το παράθυρο στον κήπο και είδε κάποια υπέροχα χορταράκια. Eπιθυμούσε όσο τίποτα να φάει μερικά, καθώς φαινόντουσαν τόσο πράσινα και λαχτριστά. Κάθε μέρα που περνούσε όλο και περισσότερο μεγάλωνε η επιθυμία της, μέχρι που έχασε το χρώμα της και κατέπεσε καθώς ήξερε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να τα αποκτήσει. Όταν την είδε ο άντρας της σε αυτή τη κατάσταση τρόμαξε και ρώτησε ανήσυχος: «Πες μου καλή μου, τι μπορώ να κάνω για να νιώσεις καλύτερα και να μην
σε βλέπω να μαραζώνεις;»
«Αν δεν μπορέσω να φάω μερικά από τα χορταράκια που φυτρώνουν στον κήπο
της μάγισσας, νιώθω ότι θα πεθάνω».